Σε ένα καλό ντότζο δεν αισθάνεσαι άνετα

εικόνα άρθρου
Η προπόνηση το Σάββατο ήταν πολύ καλή, όμως δε βγήκε όπως την είχα σχεδιάσει: αρχίσαμε όπως το είχα στον νου μου, με τα κιχόν του τζόντο όμως κάπου στα μισά αρχίσαμε να ξεστρατίζουμε προς επικίνδυνες περιοχές. Αρχίσαμε να κοιτάζουμε μερικές από τις βασικές αρχές και ένας από τους νεότερους μαθητές του ντότζο με παρελθόν στο αϊκίντο και το κένπο έκανε μερικές καλές ερωτήσεις σχετικά με το μαάι και την πρόθεση και την προέλευση. Οι απαντήσεις προφανώς δεν ήταν προς την κατεύθυνση που περίμενε και είδαμε ότι το μυαλό του κόντευε να πάρει φωτιά καθώς προσπαθούσε να επεξεργαστεί τις καινούριες αυτές ιδέες· συνειδητοποίησε ότι έπρεπε να αναθεωρήσει την αντίληψή του για πράγματα που πίστευε ότι καταλάβαινε. Ένα καλό ντότζο είναι επικίνδυνο μέρος για προκαταλήψεις και ιδέες που δε θέλει κανείς να εγκαταλείψει –και μπορεί να γίνει πραγματικά άγριο για ιδέες και απόψεις που δεν είναι χτισμένες πάνω σε γερές βάσεις. Ένα καλό ντότζο μπορεί να σε κάνει να αμφιβάλεις για το ποιος και τι είσαι. Ένα καλό ντότζο δε σου διδάσκει απλώς τεχνικές συμπλοκής. Ένα καλό ντότζο θα σε κάνει να κοιτάξεις τον εαυτό σου και θα σε βοηθήσει να διώξεις τις ψευδαισθήσεις και την ελλιπή κατανόηση.

Ο μαθητής μου, ανακαλύπτει με αδιαμφισβήτητο τρόπο ότι αυτά που νόμιζε ότι ήξερε σχετικά με το δραστικό βεληνεκές των όπλων και με την απόσταση στην οποία είναι ασφαλής, δεν είναι πολύ ακριβή. Ο αδιαμφισβήτητος τρόπος με τον οποίον το ανακαλύπτει είναι ότι βρίσκεται στην κακή πλευρά ενός ξύλου που τον ζουλάει στην κοιλιά ή που σταματάει μερικά χιλιοστά από το να τον κοπανήσει στο κεφάλι.

Υπάρχουν πολλοί τρόποι με τους οποίους ένα ντότζο μπορεί να είναι αφιλόξενο, τρόποι που είναι λιγότερο υλικά συγκεκριμένοι από ένα ξύλο στην κοιλιά αλλά εξίσου πραγματικοί. Όλοι μας έχουμε τομείς στους οποίους δεν είμαστε ακριβώς τέλειοι και η εξάσκηση σε ένα καλό ντότζο θα μας κάνει να τους προσέξουμε. Το μπούντο έχει ως αντικείμενο τη συμπλοκή όμως αυτό που δε μου είπε κανείς όταν άρχισα να ασχολούμαι είναι ότι οι σκληρότερες συμπλοκές θα ήταν με τον εαυτό μου.

Κάθε άνθρωπος ξεκινάει να ασχολείται με το μπούντο για διάφορους λόγους: για να μάθει να παλεύει, για να μην τον τρομοκρατούν οι επιθετικοί άνθρωποι, για να μάθει για τους σαμουράι, για να αποκτήσει μια αίσθηση προσωπικής δύναμης, για να μάθει να αμύνεται –οι παραπάνω είναι μερικοί από τους λόγους που έχω ακούσει να επικαλούνται κάποιοι όταν συζητούν γιατί άρχισαν να ασχολούνται με τις πολεμικές τέχνες. Και όλοι είναι πολύ καλά κίνητρα για να ξεκινήσει κανείς το ταξίδι· η διαφορά είναι ότι το ταξίδι αυτό, απαιτεί να ασχοληθούμε και με πολλές πλευρές του εαυτού μας με τις οποίες δεν είχαμε καμία πρόθεση να ασχοληθούμε και να πάμε σε περιοχές του μυαλού μας στις οποίες δεν είχαμε σκεφτεί ποτέ ότι θα πηγαίναμε.

Πολλοί άνθρωποι ξεκινούν να ασχολούνται με το μπούντο ενώ δεν αισθάνονται καθόλου καλά με την ιδέα ότι θα χτυπήσουν κάποιον ή ότι θα κάνουν κάτι που πιστεύουν ότι μπορεί να βλάψει τον άλλον ή ότι θα πρέπει να φερθούν επιθετικά. Και αυτό είναι πρόβλημα για τους ανθρώπους που θέλουν να μάθουν να αμύνονται –είναι πρόβλημα που συνήθως οι άνθρωποι το ξέρουν πριν διασχίσουν το κατώφλι του ντότζο οπότε έχουν και τη διάθεση να το αντιμετωπίσουν. Η καθημερινή εξάσκηση τους φέρνει αντιμέτωπους με το ζήτημα αυτό και, ακόμα περισσότερο, τους φέρνει σε επαφή με κάποιον παλαιότερο ή κάποιον δάσκαλο που τους λέει “Χτύπησέ με” ή “Ρίξε με κάτω” ή τους ζητάει να κάνουν κάποια άλλη επίθεση, όμως όλοι μεγαλώνουμε μαθαίνοντας ότι οι καλοί άνθρωποι δε χτυπάνε τους άλλους.

Όταν ένας αρχάριος στο ντότζο λέει “Δε θέλω να σε χτυπήσω”, παραδέχεται διάφορα πράγματα. Κατ’ αρχάς, ότι πιστεύει ότι μπορεί να βλάψει τους άλλους, κατά δεύτερον ότι δεν εμπιστεύεται τον εαυτό του και τον έλεγχο που μπορεί να έχει στο να μη βλάψει τους άλλους και κατά τρίτον, ότι σε κάποιο επίπεδο δεν πιστεύει ότι ο δάσκαλος μπορεί να αντιμετωπίσει αυτό που θα κάνει ο αρχάριος. Τα τρία αυτά στοιχεία είναι που κάνουν τους περισσότερους ανθρώπους να αισθάνονται άβολα.

Η κοινωνία δεν εγκρίνει το να χτυπάμε τους άλλους και αυτό είναι κάτι που το εσωτερικεύουμε καθώς μεγαλώνουμε. Ερχόμενοι στο ντότζο, αισθανόμαστε άβολα από το πρώτο κιόλας βήμα επειδή η μελέτη του μπούντο περιλαμβάνει τη γνώση του πώς να βλάπτουμε τους άλλους και τα πάντα στη δημόσια κουλτούρα μας μας λένε ότι αυτό είναι “κακό”. Το πρώτο πνευματικό ξεβόλεμα λοιπόν το οποίο πρέπει να ξεπεράσουμε είναι η ιδέα ότι η γνώση της συμπλοκής δεν είναι κάτι που ξέρουν οι “καλοί” άνθρωποι. Καταλαβαίνω ότι γράφοντας αυτό εδώ, στην ουσία κομίζω γλαύκα εις Αθήνας καθώς υποπτεύομαι ότι οι περισσότεροι αναγνώστες ήδη ασκούνται στις πολεμικές τέχνες. Όμως σκεφτείτε ότι εκτός ντότζο, οι άνθρωποι φοβούνται και τρομοκρατούνται από τις μαχητικές ικανότητες ακόμα και αν δε σας βλέπουν στο γραφείο να κάνετε τίποτα πιο επιθετικό από το να βάζετε χαρτιά στον καταστροφέα εγγράφων. Το πρώτο πράγμα με το οποίο πρέπει λοιπόν να συμφιλιωθεί κάποιος είναι αυτό.

Στο τζούντο και το αϊκίντο, ο επόμενος φόβος που πρέπει να ξεπεράσει κάποιος που έρχεται στο ντότζο είναι ο φόβος της πτώσης. Ο μισός μας χρόνος περνάει μαθαίνοντας πώς να εφαρμόζουμε τεχνικές στον συνασκούμενό μας και ο άλλος μισός στο πώς εκείνος να εφαρμόζει τεχνικές επάνω μας, πράγμα που σημαίνει ότι υπάρχουν πολλές πτώσεις. Από τότε που είμαστε παιδιά μαθαίνουμε ότι πρέπει να αποφεύγουμε να πέφτουμε επειδή πονάει και επειδή είναι κάτι που μας ντροπιάζει· αυτό σημαίνει ότι μας παίρνει κάποιον χρόνο μέχρι να συμφιλιωθούμε με την ιδέα της πτώσης. Αν και έρχεται σε αντίθεση με αυτό που οι περισσότεροι έχουν συνηθίσει, μου αρέσει πολύ να με ρίχνουν: μπορείς να αισθανθείς την τεχνική του άλλου, πώς κινείται, πώς ετοιμάζει τη ρίψη και πώς φροντίζει ή δεν φροντίζει τον συνασκούμενό του. Ειλικρινά, πιστεύω επίσης ότι είναι πολύ κουλ ότι κάποιος μπορεί να με ρίξει στο πάτωμα τόσο δυνατά ώστε να μπορεί να μου σπάσει τα κόκαλα κι εγώ να πεταχτώ επάνω και να πω “Πολύ καλό! Καν’ το πάλι!” Από τη στιγμή που φεύγει ο φόβος ότι θα τραυματιστείς, το να πέφτεις κάτω είναι πολύ διασκεδαστικό.

Κάτι που προκαλεί περισσότερη δυσφορία σε πολλούς ανθρώπους είναι ότι φοβούνται ότι θα προκαλέσουν βλάβη σε κάποιον άλλον: δεν εμπιστεύονται τον εαυτό τους ότι δε θα βλάψει τον συνασκούμενό τους ενώ δεν είναι λίγοι και αυτοί που δεν αισθάνονται άνετα με την ιδέα ότι έχουν σωματική δύναμη. Ακόμα και αν παρακάμψουμε το γεγονός ότι οι πραγματικοί αρχάριοι στο ντότζο δεν έχουν ιδιαίτερες ικανότητες που θα τους έκανε επικίνδυνους σε μαθητές που έχουν κάνει κάποια προπόνηση, οι νέοι μαθητές πρέπει να ξεπεράσουν το συναίσθημα ότι το να γνωρίζεις πώς να προκαλέσεις βλάβη στον άλλον και, ακόμα περισσότερο, η πραγματική ικανότητα να κάνεις κάτι τέτοιο, είναι κάτι κακό.

Για πολλούς ανθρώπους, ακόμα χειρότερα κάνει τα πράγματα εκείνη η ενοχλητική φωνή στο πίσω μέρος του κεφαλιού τους που τους λέει ότι δεν μπορούν να εμπιστευτούν τον εαυτό τους αν έχουν τέτοιες γνώσεις και ικανότητες. “Και αν θυμώσω και κάνω κάτι που θα το μετανιώσω;” “Και αν δεν είμαι αρκετά καλός στο να ελέγξω την τεχνική μου και τραυματίσω κάποιον χωρίς να έχω τέτοια πρόθεση;” “Και αν μου αρέσει στ’ αλήθεια να είμαι δυνατός και γίνω τραμπούκος;” Ο κόσμος σκέφτεται τέτοια πράγματα και η αλήθεια είναι ότι κάποια από αυτά ακούγονται κάπως ανόητα –μέχρι να μείνεις αρκετά σε ένα ντότζο και να δεις ότι κάποιοι άνθρωποι κάνουν μερικά θεαματικά λάθη: κάπου εκεί αρχίζεις να καταλαβαίνεις ότι οι ανησυχίες αυτές δεν είναι και τόσο ανόητες τελικά.

Η έλλειψη εμπιστοσύνης προς τον δάσκαλο και προς την ικανότητά του να διαχειριστεί αυτό που κάνει ο μαθητής είναι πιο εύκολο εμπόδιο να ξεπεραστεί από ό,τι η έλλειψη εμπιστοσύνης που δείχνει κανείς απέναντι στον εαυτό του. Ο δάσκαλος λέει μερικές φορές “Χτύπησέ με”, ο μαθητής αποφασίζει ότι εντάξει, αφού το θέλει, αν τη φάει η ευθύνη είναι δική του και προσπαθεί να χτυπήσει τον δάσκαλο και ανακαλύπτει ότι ο δάσκαλος δεν είναι εκεί που πήγε το χτύπημα. Το δε χειρότερο (ή το καλύτερο) είναι ότι ο δάσκαλος αντέδρασε με κάποιον τρόπο που θα ήταν πολύ δυσάρεστος αν δεν είχε τον απαιτούμενο έλεγχο. Δε χρειάζεται αυτό να επαναληφθεί πολλές φορές μέχρι ο μαθητής να αρχίσει να εμπιστεύεται τον δάσκαλο και να πιστεύει ότι μπορεί να κάνει πράξη τα λόγια του και να παραμείνει ασφαλής.

Το να μάθεις να εμπιστεύεσαι τον εαυτό σου ωστόσο είναι πολύ πιο δύσκολο: στις δυτικές κοινωνίες δεν έχουμε μεγάλη εμπειρία σωματικής συμπλοκής και βίας (και η Ιαπωνία είναι ακόμα πιο ειρηνική) και οι περισσότεροι νέοι μαθητές δεν έχουν καν βρεθεί σε κόντρα με σπρωξιές –πόσο μάλλον σε κανονικό καυγά- από τότε που πήγαιναν στο γυμνάσιο. Πριν αρχίσουν να ασκούνται, οι άνθρωποι αντιλαμβάνονται ότι μπορούν να βλάψουν τους άλλους όμως δεν ξέρουν τέτοιες τεχνικές οπότε δεν ξέρουν πολύ καλά τι θα συμβεί αν κάνουν κάτι. Οι αρχάριοι, και πολύ λογικά, δεν εμπιστεύονται τον εαυτό τους: δεν έχουν τεχνικές ικανότητες και δεν έχουν πολύ καλό έλεγχο του ίδιου τους του σώματος, οπότε είναι μάλλον σώφρον εκ μέρους τους ότι δεν εμπιστεύονται την ικανότητά τους να επιτεθούν σε κάποιον ή την ικανότητά τους να εφαρμόσουν μια τεχνική χωρίς να τραυματίσουν τον συνασκούμενό τους.

Χρειάζεται χρόνο μέχρι να μάθεις να εμπιστεύεσαι τον εαυτό σου και μέχρι να κατανοήσεις τι είσαι πραγματικά ικανός να κάνεις –το ταξίδι της εμπιστοσύνης στον εαυτό σου είναι περίπλοκο και τα πρώτα βήματα είναι απλώς να μάθεις να εμπιστεύεσαι τις βασικές σου τεχνικές, να μπορείς να πέσεις κάτω με ασφάλεια και να μπορείς να ρίξεις τον συνασκούμενό σου ή να επιτεθείς με ακρίβεια και έλεγχο. Από τη στιγμή που οι μαθητές αρχίσουν να αποκτούν κάποιο επίπεδο εμπιστοσύνης στις ικανότητές τους, έρχονται αντιμέτωποι με κάποιες άλλες άβολες ερωτήσεις: έχω αρκετό αυτοέλεγχο γι αυτό; Μπορώ να χάσω την ψυχραιμία μου και να τραυματίσω τον άλλον; Πολύ λίγες φορές έχω δει μαθητές που είχαν αυτοέλεγχο και πειθαρχία για να συνεχίσουν να ασκούνται αλλά όχι για να μη χρησιμοποιήσουν αυτά που μάθαιναν χωρίς να υπάρχει σοβαρός λόγος. Το γεγονός ότι οι μαθητές ανησυχούν για το θέμα αυτό το βρίσκω καλό σημάδι όμως απαιτεί το είδος ενδοσκόπησης και ενδιαφέροντος για τους άλλους που δεν είναι ποτέ εύκολο και που σχεδόν πάντοτε προκαλεί ξεβόλεμα.

Είναι δύσκολο να σκεφτούμε ότι μπορεί να μην είμαστε τέλειοι άνθρωποι –αυτό είναι που κάνει την ενδοσκόπηση ένα από τα πιο άβολα πράγματα στην εξάσκηση. Καθώς ο μαθητής αποκτάει ικανότητες, δεν είναι ασύνηθες να αναρωτιέται τι είδους άτομο έχει τέτοιες γνώσεις. Έχω δει ότι αυτό ισχύει ακόμα περισσότερο στις γυναίκες: “Τα καλά κορίτσια δε συμπεριφέρονται έτσι”, “Το να χτυπάς τους άλλους δεν ταιριάζει σε μια κυρία”, “Οι κυρίες είναι υπεράνω τέτοιων πραγμάτων” –αν προσθέσει κανείς και το κοινωνικό στερεότυπο ότι τα κορίτσια δεν μπορούν να παλέψουν (“Αυτός χτυπάει σαν κοριτσάκι”) και τα πνευματικά και συναισθηματικά εμπόδια πολύ σύντομα γίνονται πολύ ψηλά. Ευγνωμονώ τη Ρόντα Ράουσι που έδειξε στον κόσμο ότι ναι, οι γυναίκες μπορούν να παλέψουν όμως κάθε γυναίκα που έρχεται στο ντότζο πρέπει να κάνει το πνευματικό αυτό ταξίδι μόνη της.

Καθένας πρέπει να αποφασίσει τι είδος άνθρωπος είναι κάποιος που ξέρει να μάχεται –συνήθως οι άντρες δεν έχουν πρόβλημα μ’ αυτό όμως ένα μεγάλο μέρος από αυτά που διδάσκονται στα ντότζο πολεμικών τεχνών δεν έχουν σχέση με τη συμπλοκή: είναι μια προσεκτική, σχεδόν επιστημονική τέχνη που ασχολείται με το πώς να αποσυνθέσεις έναν άλλον άνθρωπο. Τι άνθρωποι είναι αυτοί που έχουν τέτοιες γνώσεις; Τέρατα; Μέχρι ένας μαθητής να αποκτήσει άνεση στο να προκαλεί εξαρθρώσεις και να σπάει μέλη, να πνίγει κάποιον μέχρι αυτός να χάσει τις αισθήσεις του ή να τον πετάει στην άλλη άκρη του δωματίου με τόση δύναμη που αυτός να αναπηδά στο πάτωμα, θα αισθάνεται άβολα.

Οι μαθητές πρέπει να κοιτάξουν μέσα τους και να ανακαλύψουν ποιοι είναι και τι είδους άτομα είναι και να αποφασίσουν αν δεν έχουν πρόβλημα να ξέρουν πώς να κάνουν αυτά τα βίαια πράγματα. Πρέπει να αποφασίσουν αν δεν έχουν πρόβλημα να έχουν τη δύναμη αυτή –είναι εύκολο να λες “Αυτό δεν είναι πρόκληση” όταν είσαι απ’ έξω, όμως όλοι έχουμε όψεις του εαυτού μας που δε μας αρέσουν και χαρακτηριστικά για τα οποία δεν είμαστε περήφανοι και αυτές οι όψεις του εαυτού μας θα αποκτήσουν επίσης αυτές τις γνώσεις και αυτή τη δύναμη.

Αυτά είναι τα θέματα τα οποία πρέπει να ξεπεράσει κανείς όταν ασχολείται με τις πολεμικές τέχνες και για κάθε άνθρωπο κάποια εμπόδια θα είναι ψηλότερα και κάποια χαμηλότερα. Από εκεί και πέρα, υπάρχουν και τα συγκεκριμένα θέματα που φέρνει καθένας μαζί του: κάποιος μπορεί να έχει στο παρελθόν του κάποια κακοποίηση ή κάποιο τραύμα και στην περίπτωση αυτή, ακόμα και το να πιάσει τον καρπό του άλλου για να δοκιμάσει μια τεχνική εξάρθρωσης μπορεί να είναι δύσκολο. Το να επιτρέψει σε κάποιον άλλον να τον ρίξει κάτω μπορεί να απαιτεί ένα άλμα πίστης, εμπιστοσύνης και θάρρους πολύ μεγαλύτερο από αυτά που χρειάστηκε να κάνω εγώ ποτέ.

Το να είσαι στο ντότζο δεν είναι άνετο όμως είναι καλό: ένα καλό ντότζο δίνει στους μαθητές χώρο ώστε να δουλέψουν πάνω σε όλα αυτά τα ζητήματα και οι καλοί δάσκαλοι τους προσφέρουν την υποστήριξή τους ώστε να το κάνουν. Έχω γνωρίσει ανθρώπους που πίστευαν ότι έπρεπε να “πατήσουν τα κουμπιά” των άλλων για να τους βοηθήσουν να ωριμάσουν όμως προσωπικά πιστεύω ότι και μόνο το να είναι κανείς στο ντότζο και να ασκείται ενεργά είναι αρκετό. Αυτό που κάνουμε στο ντότζο είναι να παίζουμε με τη βία, την επιθετικότητα και τη δύναμη, κάτι που δεν είναι επιτρεπτό στην πολιτισμένη κοινωνία, και μόνο το ότι δουλεύουμε με τα πράγματα αυτά και μαθαίνουμε πώς να τα ελέγχουμε και πώς να τα εφαρμόζουμε κάνει τους ανθρώπους να έρθουν αντιμέτωποι με όψεις του εαυτού τους που στον πραγματικό κόσμο της καθημερινότητας καταφέρνουν να αποφύγουν.

Μερικές φορές, το στρες που προκαλεί η εξάσκηση εκθέτει κομμάτια του εαυτού μας που θα προτιμούσαμε να μην αντιμετωπίσουμε: ίσως μας είναι πολύ εύκολο να θυμώσουμε με τους άλλους αν χτυπήσουμε κατά λάθος ή αν τραυματιστούμε την ώρα της προπόνησης ή ίσως ανακαλύψουμε ότι δεν είμαστε τόσο καλοί όταν βρισκόμαστε υπό την πίεση μιας σταθερής, συνεχόμενης επίθεσης και ότι πανικοβαλλόμαστε ή ότι δεν ανεχόμαστε την ήττα ακόμα και παρά το γεγονός ότι η ήττα στο ραντόρι δεν είναι πραγματική ήττα. Και αυτά είναι μόνο κάποια από τα ζητήματα που προκύπτουν στο ντότζο.

Το ότι πρέπει να τα δουλέψει κανείς όλα αυτά, κάνει το ντότζο ένα μέρος στο οποίο δεν αισθάνεσαι άνετα όμως ταυτόχρονα, ένα εξαιρετικό μέρος για να μάθεις όχι μόνο να παλεύεις και να προκαλείς ζημιά στον άλλο αλλά και τι άνθρωπος είσαι. Το να κοιτάζουμε τον εαυτό μας κατάματα δεν είναι σχεδόν ποτέ κάτι που κάνουμε άνετα όμως από τη στιγμή που βρισκόμαστε στο ντότζο, απαιτείται να το κάνουμε ξανά και ξανά καθώς προχωράμε. Ίσως να πρόκειται απλώς για την ανακάλυψη ότι δεν ξέρουμε πράγματα που νομίζαμε ότι καταλαβαίνουμε όμως ακόμα κι αυτό, μας αναγκάζει να ανακαλύψουμε ότι δεν είμαστε τόσο καλοί όσο πιστεύαμε.

Όμως στο ντότζο κάτι τέτοιο δεν είναι πρόβλημα. Γι αυτό υπάρχει το ντότζο: δεν μπορείς να γίνεις καλός μαχητής αν δεν ξέρεις τις αδυναμίες σου και ένα καλό ντότζο θα σε βοηθήσει να αντιμετωπίσεις τις αδυναμίες αυτές και όποια ζητήματα ανακαλύψεις στον εαυτό σου. Ένα καλό ντότζο σε κάνει να αισθάνεσαι άβολα επειδή σου δίνει έναν καθρέφτη στον οποίο βλέπεις τον εαυτό σου· αυτό που το κάνει ακόμα καλύτερο είναι ότι σου δίνει την υποστήριξη και τη δομή που χρειάζεται για να αντιμετωπίσεις αυτό που βλέπεις στον καθρέφτη αυτόν.

Πίτερ Μπόιλαν

Ο Πίτερ Μπόιλαν ασχολείται με τις ιαπωνικές πολεμικές τέχνες από το 1986 και είναι κάτοχος 5ου νταν ιάιντο, 4ου νταν τζόντο και 3ου νταν Κόντοκαν Τζούντο ενώ παράλληλα μελετάει Σίντο Μούσο Ρίου Τζο και διδάσκει Σίντο Χατακάγκε Ρίου Χέιχο της οποίας είναι πιστοποιημένος εκπαιδευτής. Έχει ζήσει 7 χρόνια στην Ιαπωνία την οποία και συνεχίζει να επισκέπτεται τακτικά για την εξάσκησή του και από το 1998 λειτουργεί παράλληλα με την κανονική του δουλειά ως στέλεχος ιαπωνικών επιχειρήσεων στις ΗΠΑ, το ηλεκτρονικό κατάστημα ειδών πολεμικών τεχνών Mugendo Budogu. Τέλος, διατηρεί το μπλογκ «The Budo Bum» στο οποίο αναρτήθηκε αρχικά το παραπάνω κείμενο. Μια ανθολογία από το μπλογκ αυτό, με τίτλο “Musings Of A Budo Bum” εκδόθηκε τον Ιούνιο του 2017.
×
Πανελλήνιος οδηγός πολεμικών τεχνών

Κουπόνι Δωρεάν Μαθημάτων

Κερδίσατε 2 δωρεάν μαθήματα γνωριμίας στις συνεργαζόμενες σχολές του Πανελλήνιου Οδηγού Πολεμικών Τεχνών!

Κατεβάστε το κουπόνι