Ηθικά Νικομάχεια*

εικόνα άρθρου
Πριν από καμιά εικοσιπενταετία, όταν έκανα αϊκίντο, στο περιθώριο ενός ευρωπαϊκού σεμιναρίου κάπου στη Βαυαρία, βρέθηκα σε μια ομαδική συζήτηση όπου συμμετείχε, μεταξύ άλλων, μια Ολλανδέζα αϊκιντόκα “πιστή” του Μοριχέι Ουεσίμπα· όσοι έχουν ασχοληθεί με το αϊκίντο ξέρουν ότι υπάρχει ένα υποσύνολο των ασκούμενων που αντιμετωπίζει τον ιδρυτή της τέχνης σαν γκουρού όχι μόνο για θέματα που αφορούν την ίδια την τέχνη αλλά συνολικότερα. Καθώς η θεώρηση αυτή συχνά αγγίζει (και ενίοτε ξεπερνάει) το όριο της θρησκοληψίας και συνήθως παραβλέπει τόσο την ιστορική όσο και την τεχνική πραγματικότητα του αϊκίντο, τη βρίσκω προβληματική και συνήθως αντιπαραγωγική σε σχέση με την πρόοδο του “πιστού” στην τέχνη οπότε η συνηθέστερή μου αντίδραση είναι να εκφράσω μια αντίθετη στάση, λιγότερο από διάθεση αντίρρησης και περισσότερο από ανάγκη αποκατάστασης ισορροπίας –κάτι σαν τον “άνθρωπο πι” στο ομώνυμο διήγημα του Άλφρεντ Μπέστερ .  

Στην προκειμένη περίπτωση, το θέμα της συζήτησης ήταν πόσο σημαντική ήταν η (πραγματική ή υποτιθέμενη) ηθική του Ουεσίμπα για τους σημερινούς ασκούμενους και η θέση της κοπέλας ήταν ότι δε θα μπορούσε να ασχοληθεί με το αϊκίντο αν ο Ουεσίμπα δεν ήταν καλός άνθρωπος. Κάποιοι από τους συμμετέχοντες θεώρησαν ότι η τοποθέτηση ήταν ελαφρώς ακραία και τουλάχιστον δύο, ένας από τους οποίους και εγώ, ότι η ηθική του ιδρυτή της τέχνης πριν από 80 χρόνια δεν έχει -ή δε θα έπρεπε να έχει- καμία σχέση με την αξία της για τους σημερινούς ασκούμενους. Για οικονομία της τωρινής συζήτησης η άποψή μου τότε θα μπορούσε να συνοψιστεί στη φράση “δεν χρειάζομαι τον Ουεσίμπα ή το αϊκίντο ή το μπούντο γενικότερα για να με κάνουν καλό άνθρωπο –είμαι έτσι κι αλλιώς”.   


...αν είμαι όντως καλός άνθρωπος, και σε γενικές γραμμές  θεωρώ ότι είμαι -τουλάχιστον αυτό εισπράττω από το περιβάλλον μου και αυτό αισθάνομαι όταν βλέπω το πρόσωπό μου στον καθρέφτη το πρωί-, το οφείλω σε μεγάλο βαθμό στο μπούντο...


Χρειάστηκε να περάσουν περίπου είκοσι χρόνια από εκείνη τη συζήτηση, να κλείσω τα 50 και να επανεξετάσω τις απόψεις μου αρκετές φορές -ειδικά σε ό,τι αφορά τις πολεμικές τέχνες, σε συνδυασμό με την ενασχόληση στην Ιαπωνία- για να συνειδητοποιήσω ότι είχα κάνει λάθος: αν είμαι όντως καλός άνθρωπος, και σε γενικές γραμμές  θεωρώ ότι είμαι -τουλάχιστον αυτό εισπράττω από το περιβάλλον μου και αυτό αισθάνομαι όταν βλέπω το πρόσωπό μου στον καθρέφτη το πρωί-, το οφείλω σε μεγάλο βαθμό στο μπούντο. Και το αστείο είναι ότι το οφείλω κυρίως στη μυθολογία του μπούντο –περίπου όπως εκείνη η ολλανδέζα αϊκιντόκα εκείνο το βράδυ στη Βαυαρία και εκατοντάδες χιλιάδες σαν αυτή. 

Δε θα αφιερώσω το κείμενο αυτό στο να προσδιορίσω τι είναι καλό και τι είναι κακό: η ανθρώπινη σκέψη από τις Βέδες των αρχαίων Ινδών ως τον Κομφούκιο, από τον Σωκράτη ως τον Ζήνωνα τον Κιτιέα, από τον Θωμά τον Ακινάτη ως τον Καντ και από τον Κίρκεγκορ ως τον Σαρτρ έχει να παρουσιάσει εκατοντάδες απόπειρες για έναν όσο το δυνατόν πληρέστερο ορισμό και σε καμία περίπτωση δε θεωρώ τον εαυτό μου ικανό όχι να εισηγηθεί αλλά ούτε καν να συνεισφέρει κάτι ανάλογης αξίας· επιπλέον το αντικείμενό μας εδώ είναι οι πολεμικές τέχνες και όχι η φιλοσοφία. Για τις ανάγκες αυτού του άρθρου, θα περιοριστώ στο ότι, όπως οι περισσότεροι άνθρωποι, έχω μια προσωπική ηθική η οποία εκφράζεται στην καθημερινή μου ζωή και ότι η ηθική αυτή έχει διαμορφωθεί αρχικά από την οικογένειά μου, εν συνεχεία από την κοινωνία στην οποία μεγάλωσα και τελικά από τα πράγματα στα οποία εκτέθηκα από επιλογή –ΜΜΕ, βιβλία, μουσική, θέατρο, κινηματογράφος, κόμικς κ.λπ. 

Και εδώ ακριβώς είναι που μπαίνει το μπούντο: παρότι στη δεκαετία του 1970 και του 1980 που μεγάλωσα οι πολεμικές τέχνες δεν ήταν ακριβώς κυρίαρχο συστατικό του ελληνικού αστικού περιβάλλοντος, υπήρχαν αρκετά ως μυθολογία μέσω του κινηματογράφου, της τηλεόρασης, κυρίως του “Κουνγκ Φου” με τον Ντέιβιντ “Καραντάιν” (αργότερα μάθαμε ότι προφέρεται “Καραντίν”), των περιοδικών κόμικς τύπου “Αγόρι” και “Τρουένο” και κυρίως αυτών της Μάρβελ για όσους ξέραμε αγγλικά και για όσους είχαν κάπως πιο ειδικά ενδιαφέροντα για οτιδήποτε ιαπωνικό, μέσω του περιοδικού “Δυναμικό” –το τελευταίο, και παρά τις αδυναμίες του, ήταν και η μόνη απόπειρα για μια ρεαλιστική παρουσίαση των πολεμικών τεχνών, κυρίως χάρη στις ανταποκρίσεις από το Τόκιο του τζουντόκα και ασκούμενου στο Σορίτζι Κέμπο υπαλλήλου της ελληνικής πρεσβείας Γεράσιμου Αρτινού και παραμένει σημείο αναφοράς για όσους δραστηριοποιούνται στον χώρο των σχετικών ΜΜΕ. 


...ακόμα και το “Δυναμικό” που είχε κηρύξει ανένδοτο αγώνα απέναντι στον τρόπο που προβαλλόταν το μπούντο από τη βιομηχανία ψυχαγωγίας και τους ντόπιους “μάστερ”, πολύ συχνά υπέπιπτε στο ίδιο αδίκημα με τη διαφορά ότι αντί να υπερτονίζει την ηρωική διάσταση των πολεμικών τεχνών, υπερτόνιζε την ιδεαλιστική τους...


Το μπούντο όπως παρουσιαζόταν εκείνη την εποχή ήταν στερεοτυπικό και εν πολλοίς φαντασιακό –στην πραγματικότητα ήταν μια προέκταση του ιαπωνισμού των αρχών του 20ου αιώνα, όπως είχε ανανεωθεί μετά τον Β’ ΠΠ, με πληροφορίες που προέρχονταν από την περίοδο της κατοχής της Ιαπωνίας από τις ΗΠΑ, της ανάκαμψής της τη δεκαετία του 1960 και της αναγωγής της σε παγκόσμια οικονομική υπερδύναμη ακριβώς εκείνη την περίοδο. Ακόμα και το “Δυναμικό” που είχε κηρύξει ανένδοτο αγώνα απέναντι στον τρόπο που προβαλλόταν το μπούντο από τη βιομηχανία ψυχαγωγίας και τους ντόπιους “μάστερ”, πολύ συχνά υπέπιπτε στο ίδιο αδίκημα με τη διαφορά ότι αντί να υπερτονίζει την ηρωική διάσταση των πολεμικών τεχνών, υπερτόνιζε την ιδεαλιστική τους όπως αυτή είχε διαμορφωθεί επίσης από τον ιαπωνισμό αλλά και από τις πρώτες γενιές των ξένων μπουντόκα που είτε ξέμειναν από τον Β’ ΠΠ (όπως ο Ντον Ντρέγκερ), είτε έφτασαν μετά. 

Οι αρχές του Μπουσίντο, η πίστη των σαμουράι στους άρχοντές τους, η αίσθηση της τιμής που αψηφά τη φρίκη της αυτοχειρίας, η στωικότητα της υπόκλισης ανεξάρτητα αν υπήρξε νίκη ή ήττα, ο σεβασμός στον δάσκαλο και στον συνασκούμενο, η προστασία των αδυνάτων, η αέναη προσπάθεια για βελτίωση παρά τη γνώση της αδυναμίας της επίτευξης της τελειότητας, η καλλιέργεια του χαρακτήρα (και ένας υπαινιγμός ανωτερότητας έναντι του δυτικού/ολυμπιακού αθλητισμού), το ξίφος που δίνει ζωή αντί για αυτό που την αφαιρεί, ο βουδισμός (και δη ο βουδισμός Ζεν) παρουσιάζονταν ανακατεμένα τόσο από τη βιομηχανία ψυχαγωγίας όσο και από το “Δυναμικό” (και όπως διαπιστώσαμε συν τω χρόνω και από τα δυτικά ΜΜΕ του χώρου όπως το θρυλικό αμερικανικό “Μπλακ Μπελτ”) με εφηβική αφέλεια, σε ένα κοινό που ήταν άγραφο χαρτί σχετικά με οτιδήποτε σχετιζόταν με την Άπω Ανατολή.  


...και επειδή οι έφηβοι, πέρα από τις ορμόνες τους, άγονται και φέρονται από τα συναισθήματά τους, εισπράτταμε, απορροφούσαμε, καταπίναμε, μηρυκάζαμε και χωνεύαμε όλα αυτά τα στοιχεία, χρησιμοποιώντας τα για να χτίσουμε τις προσωπικότητές μας, τον χαρακτήρα μας και, τελικά, την αντίληψή μας για το τι είναι καλό και τι είναι κακό...


Και αυτό ακριβώς είναι το θέμα: ότι όσο εφηβική ήταν η προσέγγιση των πομπών, άλλο τόσο ήταν και αυτή των δεκτών –ενίοτε μάλιστα και κυριολεκτικά καθώς σειρές, κόμικς και περιοδικά απευθύνονταν σε τινέιτζερ (η γενιά των γονιών μας ήταν εξίσου άσχετη μ’ εμάς όμως δεν ενδιαφερόταν και να μάθει περισσότερα γύρω από την Ιαπωνία), δηλαδή σε ανθρώπους που εκείνη ακριβώς την περίοδο διαμορφώναμε την προσωπική μας ηθική. Και επειδή οι έφηβοι, πέρα από τις ορμόνες τους, άγονται και φέρονται από τα συναισθήματά τους, εισπράτταμε, απορροφούσαμε, καταπίναμε, μηρυκάζαμε και χωνεύαμε όλα αυτά τα στοιχεία, χρησιμοποιώντας τα για να χτίσουμε τις προσωπικότητές μας, τον χαρακτήρα μας και, τελικά, την αντίληψή μας για το τι είναι καλό και τι είναι κακό. Παρότι δε, μεγαλώνοντας αναθεωρήσαμε τα στοιχεία αυτά και τα επαναπροσδιορίσαμε στις πραγματικές τους διαστάσεις (ορισμένοι, εν πάση περιπτώσει) αυτό ούτε αλλοίωσε τη συνεισφορά τους στη διάπλαση της αντίληψής μας για τον κόσμο, ούτε κατάργησε τα στοιχεία που ήταν πραγματικά χρήσιμα και ωφέλιμα για να λειτουργήσουμε στον κόσμο των ενηλίκων. 

Το χαριτωμένο στη συγκεκριμένη συζήτηση είναι ότι ακριβώς επειδή οι κύριοι δίαυλοι για τη μεταφορά των μηνυμάτων αυτών ήταν κομμάτι των θεσμικών μέσων και, άρα, είχαν πολύ μακριά χέρια, έφταναν ακόμα και στους ανθρώπους που δεν είχαν κανένα ενδιαφέρον για το μπούντο και που ποτέ δεν απέκτησαν: ήδη από τότε, ακόμα και άνθρωποι που δεν ήξεραν να ξεχωρίσουν αν αυτοί με τις άσπρες πιτζάμες έκαναν καράτε ή τζούντο, ήξεραν ότι οι πολεμικές τέχνες “δεν είναι για επίθεση αλλά για άμυνα” και ότι “έχουν ολόκληρη φιλοσοφία”. Και επειδή όταν κάτι το ξέρουν όλοι επαναλαμβάνεται, ανατροφοδοτείται, ενισχύεται και μακροημερεύει, μισό αιώνα μετά, με άμεση πρόσβαση σε πληροφορίες που κάποτε ονειρευόμασταν και με την Ιαπωνία να αποτελεί τουριστικό προορισμό για εκατομμύρια ανθρώπους από όλον τον κόσμο, το μπούντο παραμένει συνιστώσα για τη διαμόρφωση ηθικής πολλών· το γεγονός ότι αυτό το μπούντο απέχει, ενίοτε χιλιόμετρα, από το πραγματικό, δεν έχει καμία σημασία. Ή τουλάχιστον δεν έχει, αν έχουμε γίνει καλοί άνθρωποι.  


Γρηγόρης Α.Μηλιαρέσης



* Με βαθιά ιαπωνική υπόκλιση στον σεπτό μου e-εκδότη, Νίκο Ιλαρίδη.

×
Πανελλήνιος οδηγός πολεμικών τεχνών

Κουπόνι Δωρεάν Μαθημάτων

Κερδίσατε 2 δωρεάν μαθήματα γνωριμίας στις συνεργαζόμενες σχολές του Πανελλήνιου Οδηγού Πολεμικών Τεχνών!

Κατεβάστε το κουπόνι